βλάστη

βλάστ-η, ,
A = βλαστός, S.Ichn.276, Pl.Lg.765e, etc.; πετραία β. the growth of stone, S.Ant.827 (lyr.).
II of children, βλάσται γενέθλιοι πατρός birth from a father, Id.OC972;

παιδὸς βλάσται Id.OT717

, cf. Tr.382, Trag.Adesp.373.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βλάστη — growth fem nom/voc sg (attic epic ionic) βλαστάω bring forth pres imperat act 2nd sg (doric) βλαστάω bring forth pres imperat act 2nd sg (epic doric ionic aeolic) βλαστάω bring forth imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάστῃ — βλάστη growth fem dat sg (attic epic ionic) βλαστάνω bud aor subj mp 2nd sg βλαστάνω bud aor subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάστη — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 1.180 μ., 645 κάτ.) στην πρώην επαρχία Εορδαίας του νομού Κοζάνης. Βρίσκεται προς τα βόρεια του νομού και στις βόρειες επίσης πλαγιές του Ασκιού. Αποτελεί έδρα της κοινότητας Βλάστης. * * * βλάστη, η (Α) 1. ο βλαστός 2. φρ …   Dictionary of Greek

  • βλαστῇ — βλαστάω bring forth pres subj mp 2nd sg (doric) βλαστάω bring forth pres ind mp 2nd sg (doric) βλαστάω bring forth pres subj act 3rd sg (doric) βλαστάω bring forth pres ind act 3rd sg (doric) βλαστάω bring forth pres subj mp 2nd sg (epic ionic)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάσται — βλάστη growth fem nom/voc pl βλάστᾱͅ , βλάστη growth fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλαστῶν — βλάστη growth fem gen pl βλαστάω bring forth pres part act masc voc sg βλαστάω bring forth pres part act neut nom/voc/acc sg βλαστάω bring forth pres part act masc nom sg (attic epic ionic) βλαστάω bring forth pres part act masc nom sg (attic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάσταιν — βλάστη growth fem gen/dat dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάσταις — βλάστη growth fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάστην — βλάστη growth fem acc sg (attic epic ionic) βλαστάω bring forth imperf ind act 3rd pl (epic doric aeolic) βλαστάω bring forth imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλάστης — βλάστη growth fem gen sg (attic epic ionic) βλαστάω bring forth pres ind act 2nd sg βλαστάω bring forth imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σπερματικός — ή, ό / σπερματικός, ή, όν, ΝΜΑ [σπέρμα, ατος] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο σπέρμα («σπερματικά ὄργανα». Αριστοτ.) 2. φρ. α) «σπερματικός λόγος» (στη στωική φιλοσ.) γενετική αρχή, δύναμη και ουσία μέσω τής οποίας και από την οποία… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.